Κεντητική

H συλλογή κεντητικής του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά δείγματα νεοελληνικής κεντητικής που παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον τόσο για την εκτελεστική τους τελειότητα όσο και για τους συμβολισμούς των διακοσμητικών θεμάτων τους.

 

Είναι κεντήματα χρωματιστά, λευκά, δαντέλες και χρυσοκεντήματα, τα οποία παρουσιάζουν εκπληκτική ποικιλία, αντικατοπτρίζουν τη λαϊκή ψυχή και το κοινωνικό σύνολο μέσα από το οποίο προέρχεται ο δημιουργός τους και ενσωματώνουν επιρροές και στοιχεία από τη Δύση και την Ανατολή, διατηρώντας πάντα την ελληνικό τους χαρακτήρα.

 

Τα νεοελληνικά κεντήματα είναι έργα ανώνυμων και σπάνια επώνυμων δημιουργών και προσδιορίζονται από ειδικούς κανόνες τεχνικής και αισθητικής που τους προσδίδουν ιδιαίτερους μορφολογικούς τύπους. Προορίζονται να καλύψουν τις ανάγκες του σπιτιού, της ενδυμασίας και της εκκλησίας και είναι κεντημένα με κλωστές μεταξωτές, βαμβακερές, μάλλινες ή μεταλλικά νήματα (χρυσά ή ασημένια).

Ανάλογα με την τεχνική τους, χαρακτηρίζονται ως «ξομπλιαστά» και  «γραφτά», «τερζήδικα» και «συρμακέσικα».

 

Τα λευκά και τα χρωματιστά κεντήματα, καθώς και οι δαντέλες, ανήκουν στο χώρο της οικιακής τέχνης και φτιάχνονται αποκλειστικά από γυναίκες. Τα τερζήδικα και συρμακέσικα κεντήματα αποτελούν αντρική χειροτεχνία και είναι εκτελεσμένα με στριφτά μεταξωτά αργυρά και χρυσά κορδόνια, καθώς και με λεπτό τέλι χρυσού ή ασημιού.

 

 

ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΤΙΚΗ

 

Η συλλογή χρυσοκεντητικής του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης περιλαμβάνει αντικείμενα από τον ευρύτερο ελλαδικό, βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο, που χρονολογούνται από τον 17ο έως και τον 20ό αιώνα.

 

Προέρχεται από τη συλλογή υφασμάτων της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η συλλογή άρχισε σταδιακά να εμπλουτίζεται με δωρεές και αγορές, καθώς και με τα λεγόμενα «Κειμήλια Μικράς Ασίας», αντικείμενα προερχόμενα από τις ελληνικές κοινότητες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, τα οποία έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες αυτών των περιοχών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922) .

Ενώ το κέντημα του μεταξιού και γενικά της απλής κλωστής περιορίζεται στο χώρο της οικοτεχνίας και παραμένει αποκλειστικά στα γυναικεία χέρια, η χρυσοκεντητική αναπτύσσεται σε τέχνη εργαστηριακή και κυρίως ανδρική. Τα χρυσοκεντήματα, εκκλησιαστικά και κοσμικά, εκτελούνταν από τους τερζήδες, που ήταν συγχρόνως ράφτες και χρυσοκεντητές, και τους συρμακέσηδες.

Η χρυσοκεντητική μπορεί να διακριθεί σε δύο κατηγορίες, την κοσμική και την εκκλησιαστική.

 

Η Εκκλησιαστική  Χρυσοκεντητική περιλαμβάνει:

Λειτουργικά άμφια, όπως οι επιταφίοι, λειτουργικού ή ιστορικού τύπου, και οι αέρες.

Ιερατικά άμφια, όπως φελόνια, ωμοφόρια, επιτραχήλια, επιγονάτια, επιμανίκια, ζώνες και πόρπες.

Διακοσμητικά χρυσοκέντητα πέπλα, όπως η ποδέα, η πύλη και το λάβαρο.

 

Τα κοσμικά χρυσοκεντήματα αποτελούσαν εξαρτήματα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας (επενδύτες, ανδρικά γιλέκα, ζωνάρια) ή στόλιζαν ορισμένα είδη του οικιακού εξοπλισμού, όπως παπλώματα και μαξιλάρες.